Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Οι συνέπειες της μετάβασης από τη δραχμή στο ευρώ

Την 1η του 2002 καταργήθηκε η δραχ­μή ως εθνικό νόμισμα και αντικατα­στάθηκε από το ευρώ. Τι συνέπειες θα έχει αυτό για την ελληνική οικονομία;

Κατ' αρχάς, ότι το ελληνικό κράτος δεν θα μπορεί πλέον να ασκεί μέσω της Κεντρι­κής του Τράπεζας κανενός είδους συναλ­λαγματική και νομισματική πολιτική. Τη συναλλαγματική και νομισματική πολιτική στην Ε.Ε. ή, ακριβέστερα, στη ζώνη του ευ­ρώ, και συνεπώς στην Ελλάδα, θα την ασκεί τώρα πλέον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν θα είναι πλέον παρά απλό παράρτημα της τε­λευταίας1.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί ήδη με τη δυνατότητα του ελληνικού κράτους να ασκεί αντικυκλική δημοσιονομική πολιτι­κή. Οι συνθήκες Μάαστριχτ-Άμστερνταμ και το Σύμφωνο Σταθερότητας εξάλειψαν παντελώς αυτή τη δυνατότητα.

Με την καθιέρωση του ευρώ ως κοινού «εθνικού» νομίσματος των δώδεκα χωρών της Ευρωζώνης, οι ροές των εμπορευμάτων και ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των χωρών θα διέπονται πλέον όχι από το λεγόμενο συγκριτικό πλεονέκτημα, αλλά από το λεγόμενο απόλυτο πλεονέκτη­μα, το οποίο ισχύει όχι για τις εμπορευμα­τικές ανταλλαγές και τον ανταγωνισμό με­ταξύ χωρών, αλλά για τις εμπορευματικές ανταλλαγές και τον ανταγωνισμό μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών και των παρα­γωγών κάθε χώρας.

Αυτό σημαίνει ότι στην Ευρωζώνη καθένα προϊόν θα παράγεται από εκείνον τον παραγωγό και συνεπώς από εκείνη τη χώρα που πλεονεκτεί κατά την παραγωγή αυτού του προϊόντος απο­λύτως έναντι των υπόλοιπων χωρών. Οι υπόλοιπες χώρες θα παράγουν και θα πω­λούν αυτό το προϊόν μόνον στο βαθμό που η πλεονεκτούσα χώρα δεν μπορεί να καλύ­ψει σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης τη σχετική ζήτηση2.

Δεν γνωρίζω σε ποια προϊόντα έχει η χώρα μας απόλυτο πλεονέ­κτημα έναντι των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης. Δεδομένης της τεχνολογικής της υστέρησης, μάλλον σε κανένα προϊόν ή, ακριβέστερα, σε κανένα οικονομικά σημα­ντικό προϊόν. Έτσι η χώρα μας θα αναγκα­στεί να καλύπτει με την παραγωγή της κενά στην παραγωγή των άλλων χωρών. Δηλαδή να παράγει προϊόντα που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να παράγουν οι άλλες χώρες ή προϊόντα που παράγουν αλλά δεν εξάγουν οι άλλες χώρες ή, τέλος, προϊόντα που πα­ράγουν και εξάγουν αλλά όχι σε επαρκείς ποσότητες οι άλλες χώρες.

Δεδομένης αυ­τής της κατάστασης, η τεχνολογική υστέρη­ση της χώρας μας θα συνεχιστεί. Ωστόσο η χώρα μας θα συνεχίσει να παράγει και προϊόντα τα οποία παράγουν και άλλες, τεχνολογικά προηγμένες όμως χώρες της Ευ­ρωζώνης. Ως εκ τούτου θα είναι αναγκα­σμένη να ανταγωνίζεται υπό τις προανα­φερθείσες δυσμενείς συνθήκες αυτές τις χώ­ρες στην παραγωγή αυτών των προϊόντων.

Δεδομένων όμως αυτών των δυσμενών συνθηκών (αδυναμία άσκησης οποιασδήπο­τε συναλλαγματικής νομισματικής και δη­μοσιονομικής πολιτικής και ισχύς του από­λυτου πλεονεκτήματος) και δεδομένης της τεχνολογικής της υστέρησης, θα τις αντα­γωνιστεί με την πλάτη στον τοίχο, δηλαδή όχι στο χαμένο πεδίο της τεχνολογικής προόδου, αλλά στο λαμπρό πεδίο των χα­μηλών μισθών και συντάξεων, διευρύνο­ντας έτσι τις ευοίωνες προοπτικές των ερ­γαζομένων που έχει ανοίξει ήδη η ένταξη μας στη νεοφιλελεύθερη Ε.Ε. Ας μην ανη­συχούμε όμως υπερβολικά.

Η Ελλάδα του 2010 ή του 2020 δεν θα είναι η Ελλάδα του 1990 ή του 2000. Ακριβώς όπως -ας είναι καλά όσοι μας το υπενθυμίζουν συνεχώς- η Ελλάδα του 1990 ή του 2000 δεν είναι δα και η Ελλάδα του 1950 ή του 1960.

Η κατάσταση που σκιαγραφήσαμε επι­δεινώνεται κατά τι από το γεγονός ότι η δραχμή εισήλθε, στην ισοτιμία των 340,75 δραχμών ανά ευρώ, υπερτιμημένη στο ευ­ρώ. Κατά πόσο τοις εκατό; Μια μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Κομισιόν πριν δύο χρόνια την έφερε υπερτιμημένη κατά σχεδόν 30%. Ας εξετάσουμε λοιπόν και τις συνέπειες του γεγονότος ότι η δραχ­μή εισήλθε υπερτιμημένη στο ευρώ.

Το ζήτημα της έναντι του ευρώ υπερτι­μημένης δραχμής ήταν τα δυο-τρία τελευ­ταία χρόνια ταμπού. Σε πολλά άρθρα μας στον Τύπο είχαμε εκφράσει την άποψη ότι η δραχμή ήταν υπερτιμημένη έναντι του ευ­ρώ, καθώς και την πρόβλεψη ότι η δραχμή θα εισέλθει τελικά στο ευρώ μετά από μια κάποια υποτίμηση της και συγκεκριμένα στην ισοτιμία των 370 δραχμών ανά ευρώ. Η πρόβλεψη μας αυτή διαψεύστηκε (η ισο­τιμία του νομίσματος δεν είναι ένα απο­κλειστικά οικονομικό, αλλά ένα επίσης πο­λιτικό ζήτημα). Η άποψη μας ότι η δραχμή στην ισοτιμία των 340,75 δραχμών ανά ευ­ρώ ήταν υπερτιμημένη κατά περισσότερο από 10% ήταν όμως ορθή.

Το ταμπού της ορθής ισοτιμίας της δραχμής έναντι του ευρώ έπαψε φυσικά να υφίσταται μετά την κατάργηση της δραχμής και την καθιέρωση του ευρώ ως «εθνικού» νομίσματος της Ελλάδας, δηλαδή μόλις έπαψε να υπάρχει αυτή η ισοτιμία. Έτσι λοιπόν, λίγες μόλις ημέρες μετά την κατάρ­γηση της δραχμής και την καθιέρωση του ευρώ, ο έγκριτος οικονομικός αναλυτής του Βήματος κ. Νίκος Νικολάου απεφάνθη στην εν λόγω εξίσου έγκριτη εφημερίδα ότι: «Το ευρώ είναι ένα ακριβό νόμισμα σε σχέ­ση με τις αντοχές της ελληνικής οικονο­μίας».

Τι εννοεί, όμως, γράφοντας ότι το ευρώ είναι ένα ακριβό νόμισμα σε σχέση με τις αντοχές της ελληνικής οικονομίας, δεν μας το λέει ρητά ο κ. Νικολάου. Ωστόσο αυτό προκύπτει άμεσα από τη διευκρίνιση του ότι «ένα ακριβό νόμισμα ως γνωστόν (βλ. και το ακραίο παράδειγμα της Αργεντι­νής) βοηθά στην πτώση του πληθωρισμού αλλά τείνει να γίνει βρόγχος στην οικονο­μία λόγω αποθάρρυνσης των εξαγωγών». Απ' αυτή τη διευκρίνιση του κ. Νικολάου προκύπτει αβίαστα ότι είναι της άποψης πως η δραχμή ήταν πριν μπει στο ευρώ υπερτιμημένη έναντι του ευρώ και πως μπήκε στο ευρώ υπερτιμημένη έναντι του ευρώ.

Δηλαδή πως η δραχμή θα έπρεπε να είχε υποτιμηθεί έναντι του ευρώ πριν μπει στο ευρώ. Το ότι η δραχμή μπήκε υπερτιμη­μένη στο ευρώ σημαίνει ότι οι έλληνες αγο­ράσαμε ένα ευρώ με λίγες δραχμές, συγκε­κριμένα με 340,75 δραχμές, και όχι με πε­ρισσότερες από 340,75 δραχμές, π.χ. με 370 δραχμές, όπως θα έπρεπε αν η δραχμή δεν εισερχόταν υπερτιμημένη στο ευρώ. Τουτέ­στιν μεθερμηνευόμενον ότι το ευρώ υπήρξε για τους κατόχους δραχμών (υπήρξε, δεν είναι πλέον διότι δεν υπάρχουν πλέον δραχμές) ένα φθηνό και όχι ένα ακριβό νό­μισμα. Ξεκαθαρίστηκε λοιπόν το ζήτημα, τι εννοεί ο κ. Νικολάου με «ακριβό ευρώ»: εν­νοεί απλά «φθηνό ευρώ».

Μετά από αυτή τη διευκρίνιση, απομέ­νει η εξέταση του ισχυρισμού του κ. Νικο­λάου ότι το γεγονός πως η δραχμή εισήλθε υπερτιμημένη στο ευρώ έχει ως συνέπειες:

α) πτώση του πληθωρισμού στη χώρα μας, αλλά και
β) μείωση των εξαγωγών της χώρας μας.

Κανένας από τους δυο αυτούς ισχυρι­σμούς δεν είναι ορθός. Αλλά κι αν ακόμη ήταν ορθός ο πρώτος, τότε, όπως ο καθέ­νας γνωρίζει, δεν θα ήταν, κατά μείζονα λό­γο, ορθός ο δεύτερος. Διότι, όταν μειώνεται ο πληθωρισμός σε μια χώρα, τότε δεν αυξά­νονται βέβαια κατ' ανάγκην οι εξαγωγές της, αλλά και δεν μειώνονται σε καμία πε­ρίπτωση. Πριν εκθέσουμε τους λόγους, για τους οποίους κανένας από τους δύο παρα­πάνω ισχυρισμούς του κ. Νικολάου δεν εί­ναι ορθός, ας δούμε εγγύτερα τις σχετικές απόψεις του.

Γράφει, λοιπόν, στη συνέχεια: «Ακριβώς αυτή η ισοτιμία [δηλαδή η ισοτι­μία των 340,75 και όχι περισσότερων δραχ­μών ανά ευρώ - Γ.Σ.] μάς δίνει τώρα ένα ακριβό νόμισμα [εννοεί, όπως είόαμε, ένα φθηνά αγορασμένο, δηλαδή ένα φθηνό νό­μισμα - Γ.Σ.] που θα κάνει μεν όλες τις ει­σαγωγές μας από την ΟΝΕ βαθμιαία φθη­νότερες [γιατί "βαθμιαία" και όχι "διά μιας", αυτό είναι ανεξιχνίαστο - Γ.Σ.], αλ­λά οι εξαγωγές μας θα δυσκολεύονται και αν δεν εξουδετερωθούν οι δυσκολίες αυτές με μέτρα φορολογικά, θεσμικά, αναπτυξια­κά, αργά ή γρήγορα θα έχουμε επιπτώσεις στο πιο κρίσιμο μέτωπο: την απασχόληση».

Είναι πολύ διασκεδαστικό να διαπι­στώνει κανείς ότι οι ένθερμοι υποστηρικτές της εισόδου της δραχμής στο ευρώ δεν πή­ραν καν είδηση ότι εισήλθαμε ήδη, εισήλθα­με ήδη εν θριάμβω, στο ευρώ και ότι κατό­πιν τούτου δεν υπάρχει πλέον δραχμή παρά μόνον ευρώ, ότι ως εκ τούτου δεν υπάρχει πλέον ούτε ισοτιμία μεταξύ της ανύπαρ­κτης πλέον δραχμής και του υπαρκτού ευ­ρώ και ότι ως εκ του τελευταίου δεν δύνα­ται να υπάρξει καμία συνέπεια αυτής της ανύπαρκτης πλέον ισοτιμίας μεταξύ δραχ­μής και ευρώ.

Κάθε στοιχειωδώς νοήμων μπορεί μετά από σύντομη εξέταση του ζη­τήματος να διαπιστώσει ότι η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ την 1η του 2002 στην ισοτιμία των 340,75 δραχμών ανά ευ­ρώ, η οποία ίσχυε πριν την και μέχρι την 1η του 2002, δεν μειώνει (ούτε βαθμιαία ούτε διά μιας) τις τιμές των εισαγόμενων προϊό­ντων αλλά τις αφήνει αμετάβλητες, και δεν δυσκολεύει τις εξαγωγές μας (επειδή δήθεν αυξάνει τις τιμές των εξαγόμενων προϊό­ντων) αλλά δεν τις επηρεάζει καθόλου (επειδή δεν επηρεάζει καθόλου τις τιμές των εξαγόμενων προϊόντων). Όλα αυτά θα συνέβαιναν μόνον εάν η δραχμή είχε εισέλ­θει μετά από μια ανατίμηση της στο ευρώ την 1η του 2002, δηλαδή εάν η δραχμή είχε εισέλθει στο ευρώ την 1η του 2002 όχι στην ισοτιμία των 340,75 δραχμών ανά ευρώ αλ­λά, π.χ., στην ισοτιμία των 300 δραχμών ανά ευρώ!

Αλλά ας επιστρέψουμε στα ζητήματα που θέτει πράγματι η είσοδος μιας υπερτι­μημένης δραχμής στο ευρώ. Τα ζητήματα αυτά είναι τα εξής:

α) Ποιες είναι οι επιπτώσεις στον πλη­θωρισμό στη χώρα μας του γεγονότος ότι η δραχμή εισήλθε την 1η του 2002 στο ευρώ στην ισοτιμία των 340,75 δραχμών ανά ευ­ρώ που ίσχυε μέχρι τότε, δηλαδή υπερτιμη­μένη, και όχι στην ορθή ισοτιμία της, δηλα­δή, ας πούμε, στην ισοτιμία των 470 δραχ­μών ανά ευρώ;

β) Ποιες είναι οι επιπτώσεις του προα­ναφερθέντος γεγονότος στην ανταγωνιστι­κότητα της ελληνικής οικονομίας εντός της Ευρωζώνης;

γ) Υπάρχουν ίσως άλλες συνέπειες αυ­τού του γεγονότος;

Αναφορικά με τα ερωτήματα (α) και (β):

Καμία απολύτως επίπτωση δεν έχει στον πληθωρισμό στη χώρα μας το γεγονός ότι η δραχμή εισήλθε στο ευρώ υπερτιμημέ­νη. Διότι, σε όποια, υψηλή ή χαμηλή, ισοτι­μία και αν εισερχόταν στο ευρώ, η μετάβα­ση αυτή από τη δραχμή στο ευρώ σημαίνει απλώς και μόνο ότι οι τιμές μετρούνται τώρα πλέον σε μια άλλη «διάσταση» και με ένα άλλο «μέτρο» (σε και με ευρώ) και όχι ότι έγιναν χαμηλότερες ή υψηλότερες.

Ωστόσο, επειδή ακριβώς η δραχμή εισήλ­θε στο ευρώ υπερτιμημένη, οι τιμές στην Ελλάδα σε ευρώ είναι τώρα -σε σχέση με τις τιμές των άλλων χωρών της Ευρωζώνης-υψηλότερες απ' ό,τι θα ήταν εάν η δραχμή δεν είχε εισέλθει υπερτιμημένη στο ευρώ3, δηλαδή εάν είχε εισέλθει στο ευρώ μετά από μια αντίστοιχη υποτίμηση. Το συμπέρασμα αυτό είναι βέβαια άκρως τετριμμένο. Ωστό­σο, δεδομένου ότι η δραχμή θα έπρεπε ή, τελοσπάντων, θα μπορούσε να εισέλθει μετά από αντίστοιχη υποτίμηση της στην ορθή ισοτιμία της στο ευρώ, δεν είναι χωρίς θεω­ρητική και πρακτική σημασία4:

Αν η δραχμή είχε εισέλθει στο ευρώ στην ορθή ισοτιμία της, τότε οι τιμές στη χώρα μας σε ευρώ θα ήταν χαμηλότερες από αυτές που είναι σήμε­ρα - με συνέπεια τα ελληνικά προϊόντα να ήταν στην Ευρωζώνη αλλά και διεθνώς ανταγωνιστικότερα απ' ό,τι είναι σήμερα και, συνεπώς, οι ελληνικές εξαγωγές υψηλό­τερες (και αντιστοίχως οι ελληνικές εισαγω­γές χαμηλότερες) απ' ό,τι είναι σήμερα. Έτσι λοιπόν το γεγονός ότι η δραχμή εισήλ­θε στο ευρώ υπερτιμημένη μειώνει την αντα­γωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Με αυτό το συμπέρασμα απαντήσαμε προ­φανώς και το ερώτημα (β).

Αναφορικά με το ερώτημα (γ):

Ας αρχίσουμε την απάντηση με ένα ακόμη ερώτημα. Τι συνέφερε την ελληνική κυβέρνηση: να εισέλθει υπερτιμημένη, όπως εισήλθε, ή στην ορθή της ισοτιμία ή υποτι­μημένη η δραχμή στο ευρώ;

Θα δείξουμε ότι τη συνέφερε την κυβέρ­νηση να εισέλθει όπως εισήλθε, υπερτιμημέ­νη η δραχμή στο ευρώ - παρόλο το κόστος που συνεπάγεται αυτό, όπως μόλις αναφέ­ραμε, για την ανταγωνιστικότητα της ελλη­νικής οικονομίας.
Για να γίνει σαφές τι εννοούμε, ας υπο­θέσουμε ότι η κυβέρνηση αποφάσιζε να μπει η δραχμή στο ευρώ όχι στην ισοτιμία των 340,75 δραχμών ανά ευρώ, που ίσχυε μέχρι την 31η 12ου του 2001, αλλά στην ισοτιμία των 370 δραχμών ανά ευρώ. Τι θα συνέβαινε τότε; Θα συνέβαιναν τα εξής:

Πρώτον: Τα εισοδήματα των ελλήνων (μισθοί, συντάξεις και κέρδη), αλλά και τα έσοδα του ελληνικού δημοσίου, θα ήταν -σε ευρώ φυσικά- χαμηλότερα απ' ό,τι είναι σήμερα, που η είσοδος της δραχμής στο ευ­ρώ έγινε στην ισοτιμία των 340,75 δραχμών ανά ευρώ. Αυτό φυσικά θα ήταν για πολιτι­κούς κυρίως λόγους απευκταίο για την κυ­βέρνηση.

Δεύτερον: Το ίδιο θα ίσχυε αυτονοήτως και για τις τιμές των ελληνικών προϊόντων σε ευρώ σε σχέση με τις τιμές των υπόλοι­πων χωρών της Ευρωζώνης σε ευρώ. Οι πρώτες θα ήταν σε σχέση με τις τελευταίες χαμηλότερες απ' ό,τι είναι σήμερα. Με συ­νέπεια η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας να είναι καλύτερη απ' ό,τι εί­ναι σήμερα.
Η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε για ευνόητους λόγους να εισέλθει υπερτιμημένη η δραχμή στο ευρώ και συνεπώς, πρώτον, να έχει μια καλή εικόνα των εισοδημάτων των ελλήνων σε σύγκριση με τα εισοδήματα των κατοίκων των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης, πληρώνοντας, όμως, δεύτερον, γι' αυτή την πολιτικά ευνοϊκή εικόνα το τί­μημα μιας δυσμενούς εκκίνησης της αντα­γωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας έναντι των οικονομιών των υπόλοιπων χω­ρών της Ευρωζώνης.

Έχει όμως και άλλες συνέπειες το γεγο­νός ότι η δραχμή εισήλθε υπερτιμημένη στο ευρώ. Συνέπειες οι οποίες αφορούν το -σε δραχμές- δημόσιο χρέος. Η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ -με υπερτιμημένη ή μη υπερτιμημένη δραχμή- δεν έχει καμιά επί­πτωση στο δημόσιο χρέος σε ξένο νόμισμα, το οποίο τώρα πλέον πρέπει να αποπληρω­θεί σε ευρώ. Διότι ό,τι χρωστάει το ελληνι­κό δημόσιο σε ξένο νόμισμα δεν μεταβάλλε­ται, όταν το «εθνικό» του νόμισμα γίνει από δραχμή ευρώ (για δεδομένες φυσικά ισοτι­μίες του ευρώ με τα άλλα ξένα νομίσματα).

Τι συμβαίνει όμως με το σε δραχμές χρέ­ος του ελληνικού δημοσίου; Και αυτό το χρέος πρέπει τώρα πλέον να πληρωθεί σε ευρώ. Ως εκ τούτου το ελληνικό δημόσιο θα το συνέφερε, όσον αφορά την αποπληρωμή του χρέους του σε δραχμές, το οποίο τώρα πλέον θα πρέπει να αποπληρωθεί σε ευρώ, η δραχμή να εισέλθει υποτιμημένη και όχι, όπως εισήλθε, υπερτιμημένη στο ευρώ. Διό­τι έτσι θα το αποπλήρωνε με λιγότερα ευρώ. Ωστόσο το ελληνικό δημόσιο γνώριζε ότι, για λόγους που εκθέσαμε παραπάνω, ήθελε η δραχμή να εισέλθει υπερτιμημένη στο ευ­ρώ.

Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει για να μειώ­σει τις δυσμενείς συνέπειες της εισόδου μιας υπερτιμημένης δραχμής στο ευρώ στο σε δραχμές δημόσιο χρέος; Μα απλώς να μετατρέψει αυτό το χρέος από χρέος σε δραχμές σε χρέος σε ευρώ (ή σε άλλο ξένο νόμισμα) και να μη δανείζεται πλέον σε δραχμές αλλά, ει δυνατόν, σε ξένο νόμισμα ή, κατά προτίμηση, σε ευρώ - πράγμα που έκανε όντως τα τελευταία χρόνια.

Έχουμε εκθέσει αλλού γιατί οι λοιπές χώρες της Ευρωζώνης είχαν οικονομικό συμφέρον η δραχμή να εισέλθει στην ορθή ισοτιμία της και όχι, όπως εισήλθε, υπερτι­μημένη στο ευρώ. Για πολιτικούς λόγους, δηλαδή χάριν της ενσωμάτωσης της Ελλά­δας στο πλαίσιο των δικών τους μακρο­πρόθεσμων πολιτικών αλλά και οικονομι­κών συμφερόντων, προτίμησαν την ένταξη μιας υπερτιμημένης δραχμής στο ευρώ.

Όχι μόνον ο προαναφερθείς έγκριτος οικονομικός αναλυτής του Βήματος, αλλά και άλλοι εξίσου έγκριτοι αναλυτές αριστε­ρών εντύπων, θεωρούν για ανεξιχνίαστους, όπως είδαμε, λόγους ότι συνεπεία της εισό­δου μιας υπερτιμημένης δραχμής στο ευρώ οι τιμές στη χώρα μας θα αυξηθούν. Τι κοι­νό έχουν αυτές οι κοινές απόψεις αναλυ­τών εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών απόψεων;

Ο λησμονημένος πλέον Γ. Μ. Πα-ναγιωτόπουλος έγραψε κάποτε ευστόχως για τον Κολοσσό του Αμαρουσίου, ότι γνω­ρίζει μεν ανάγνωση αλλά όχι και γραφήν. Για τους προαναφερθέντες αναλυτές ισχύει -εξίσου ακριβώς- το αντίστροφον: Γνωρί­ζουν γραφήν, αλλά δεν γνωρίζουν ανάγνω­ση. Διότι δεν διαβάζουν τίποτα σχετικό με τα ζητήματα για τα οποία γράφουν. Απλώς γράφουν.

Σημειώσεις

1.Δες το νόμο για την Τράπεζα της Ελλάδος, ο οποίος ψηφίστηκε πριν δυο-τρία χρόνια.
2.Επειδή η Ευρωζώνη, παρά το κοινό νόμισμα και την ανυπαρξία θεσμικών εμποδίων στη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργασιακής δύναμης, δεν συνιστά έναν ενιαίο οικονομικό χώρο, τα παραπά­νω δεν θα ισχύσουν απόλυτα, αλλά ως ισχυρή τάση.

3.Φυσικά οι τιμές στην Ελλάδα σε ευρώ μετά την 1η του 2002 είναι σε σχέση με τις τιμές των άλλων χω­ρών της Ευρωζώνης ακριβώς οι ίδιες με αυτές που ίσχυαν πριν την 1η του 2002.
4.Η πρακτική σημασία συνίσταται στα προκύ­πτοντα κριτικά συμπεράσματα.

Πηγή:http://kontiloforos.blogspot.com/2010/10/blog-post_9071.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου