Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Oταν η πολιτική συνάντησε την τηλεόραση

Μπαίνοντας στο στούντιο του τοπικού CBS στο Σικάγο, το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου 1960, ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον ήταν κάτωχρος. Μόλις είχε χτυπήσει το προσφάτως εγχειρισμένο γόνατό του και πάλι με τον ίδιο τρόπο –κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο– και πονούσε. Είχε χάσει δώδεκα πολύτιμες μέρες από την προεκλογική εκστρατεία στο νοσοκομείο για την εγχείρηση και φοβόταν ότι μία ακόμη επιπλοκή θα του στοίχιζε την εκλογή.

Του Πάσχου Μανδραβέλη από την Καθημερινή, 26.9.2010

Οι τρεις σταρ των αμερικανικών δικτύων που θα έκαναν τις ερωτήσεις στην πρώτη τηλεοπτική μονομαχία της ιστορίας –Γουίλιαμ Πάλεϊ (CBS), Ρόμπερτ Σάρνοφ (NBC), Λέοναρντ Γκόλντενσον (ABC) – πρόσεξαν ότι ο υποψήφιος πρόεδρος είχε χάσει βάρος και ίδρωνε. «Εμοιαζε με άνθρωπο που πήγαινε σε κηδεία, τη δική του κηδεία, παρά σε ένα ντιμπέιτ», έγραψε την επόμενη μέρα ένας δημοσιογράφος.

Αλογο κούρσας

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα έμπαινε στο στούντιο, λεπτός, ξεκούραστος και μαυρισμένος, ο σταρ της βραδιάς Τζον Κένεντι. «Εμοιαζε με αθλητή που απλώς ήρθε να τού φορέσουν το δαφνοστέφανο», παρατήρησε ο συντονιστής του ντιμπέιτ Χάουαρντ Κ. Σμιθ. Σε αντίθεση με τον Νίξον, ο οποίος τις προηγούμενες μέρες αρνήθηκε να προβάρει με τους συνεργάτες του πιθανές απαντήσεις, ο γερουσιαστής της Μασαχουσέτης είχε περάσει ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο με πρόβες και ξεκούραση. «Ο Νίξον δούλεψε σαν μουλάρι», έγραψε στο βιβλίο «Προεδρικές μονομαχίες» ο Αλαν Στρέντερ. «Διάβαζε τα πάντα, μέχρι και βιβλία, για να απαντήσει στις ερωτήσεις. Αντιθέτως, οι βοηθοί του Κένεντι χειρίζονταν τον υποψήφιό τους σαν άλογο κούρσας».

Ολα πήγαν στραβά εκείνο το βράδυ για τον Νίξον. Ακόμη και το γκρι κοστούμι που φορούσε τον έδειχνε χαμένο στο γκρι σκηνικό που οι δικοί του άνθρωποι είχαν προκρίνει. Οταν οι μακιγιέρ πλησίασαν τους δύο υποψηφίους, ο Κένεντι αρνήθηκε αμέσως. Ο Νίξον αρνήθηκε κι αυτός: «Δεν μπορώ να βάλω μέικαπ γιατί εγώ θα φαίνομαι με φτιασιδώματα και αυτός όχι», είπε. Αυτό που δεν ήξερε είναι ότι οι βοηθοί του Κένεντι ήδη είχαν βάλει κάποιες πινελιές μακιγιάζ στο πρόσωπο του υποψηφίου τους.

Απωθητική εικόνα

Πολύ αργότερα, ο Νίξον παραδέχτηκε το λάθος του στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Εξι κρίσεις»: «Επικεντρώθηκα πολύ στην ουσία και όχι αρκετά στην εμφάνιση. Επρεπε να θυμάμαι ότι μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις». Και η εικόνα τού Νίξον που εξέπεμπαν τα 28 εκατομμύρια τηλεοπτικές συσκευές, που εκείνο το βράδυ είχαν συντονιστεί στο ντιμπέιτ, ήταν απωθητική. Ο Κένεντι «την ώρα που άκουγε τον αντίπαλό του έδειχνε προσηλωμένος, σε επαγρύπνηση και είχε ένα ίχνος χαμόγελου στα χείλη του. Ο Νίξον έδειχνε καταβεβλημένος. Οι γραμμές του προσώπου του έμοιαζαν με βαθιές ουλές. Είχε μια τρομακτική όψη», έγραψε ο ιστορικός των ΜΜΕ, Ερικ Μπάρνοου.

Μια δημοσκόπηση της επόμενης μέρας έδειξε τη διαφορά. Το 48,7% εκείνων που άκουσαν τη μονομαχία στο ραδιόφωνο θεώρησαν ότι ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε κερδίσει, έναντι του 21% που πρόκριναν τον Τζον Κένεντι. Από εκείνους που την είδαν στην τηλεόραση το 30,2% ανακήρυξαν νικητή τον Κένεντι έναντι 28,6% που επέλεξαν τον Νίξον.

Το πρόβλημα του Νίξον, όμως, ήταν πως οι τηλεθεατές ήταν 4,5 φορές περισσότεροι από τους ακροατές του ραδιοφώνου. Το 60% του ενήλικου πληθυσμού (περί τα 77 εκατομμύρια άτομα) είδαν τον Νίξον να ιδρώνει. Το 44% αυτών δήλωσαν ότι το τηλεοπτικό ντιμπέιτ επηρέασε την ψήφο τους και το 5% ότι ανέτρεψε την αρχική τους πρόθεση.

Εχει χυθεί πολύ δημοσιογραφικό και επιστημονικό μελάνι για την επίδραση της τηλεοπτικής εικόνας στη διαμόρφωση των εκλογικών αποτελεσμάτων με αφορμή αυτό το ντιμπέιτ. Κάποιοι μίλησαν για «τηλεμυθολογία», που φούντωσε κυρίως από σκόρπιες δηλώσεις τηλεθεατών στις εφημερίδες την επόμενη μέρα. Θεώρησαν ότι η μία και μοναδική δημοσκόπηση που έγινε για να εκτιμηθεί η επιρροή της τηλεόρασης (και έδωσε τα παραπάνω αποτελέσματα) ήταν πολύ πρωτόγονη και δεν παραμετροποίησε σημαντικές πτυχές της πραγματικότητας. Ραδιόφωνο άκουγαν κυρίως στις πιο καθυστερημένες αγροτικές περιοχές, στις οποίες κατοικούσαν Προτεστάντες που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον Καθολικό Κένεντι.

Η επαλήθευση

Χρόνια αργότερα, το 2001, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μινεσότα Τζέιμς Ντράκμαν έκανε ένα πείραμα. Διάλεξε 171 φοιτητές που δεν ήξεραν τίποτε για την τηλεοπτική αυτή μονομαχία. Τούς χώρισε τυχαία στη μέση και στο ένα γκρουπ έδειξε το βίντεο και στους άλλους μισούς έπαιξε μόνο το ηχητικό. Το συμπέρασμά του, όπως δημοσιεύτηκε στο Journal of Politics, επαλήθευσε αυτό που θεωρείται «τηλεμυθολογία»: «Οι τηλεοπτικές εικόνες έχουν σημασία. Οδηγούν τους ανθρώπους να βασίζονται περισσότερο σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των υποψηφίων όταν τους αξιολογούν, και αυτό με τη σειρά τους επηρεάζει την συνολική αξιολόγηση. Επίσης, οι εικόνες αυξάνουν τις πολιτικές γνώσεις τουλάχιστον του λιγότερο εκλεπτυσμένου κοινού. Το πείραμα αποδεικνύει ότι ο Κένεντι πιθανότατα τα πήγε καλύτερα στην τηλεόραση, λόγω της υπεροχής της εικόνας του».

Και οι αντιδράσεις

Την επόμενη μέρα του ντιμπέιτ όλοι έκριναν τη διαδικασία. Πολλοί αναρωτιούνταν τι προσέφερε στην πολιτική και άλλοι πόσο ήταν νόμιμη. Υπήρχε και τρίτος υποψήφιος, ο δημοκρατικός Αντριου Ιστερ, που είχε αποκλειστεί και υπέβαλε μήνυση για τον «αντισυνταγματικό περιορισμό» του και για το γεγονός ότι επετράπη στα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα να «κάνουν διακρίσεις και αδικίες, υπό την σιωπή όλων».

Πιο σφοδρές ήταν οι αντιρρήσεις των εφημερίδων, και όχι μόνο για το γεγονός ότι οι δικοί τους συντάκτες δεν πήραν μέρος στην διαδικασία. «Πολιτική της πούδρας», χαρακτήρισε το ντιμπέιτ η New York News, ενώ η Wall Street Journal δήλωσε δικαιωμένη για την προφητεία της ότι αυτού του τύπου οι εκπομπές είναι «περισσότερο διασκεδαστικές παρά διαφωτιστικές». Οι New York Times έγραψαν ότι τα ντιμπέιτ έλκουν κυρίως τους ψηφοφόρους «που επηρεάζονται όχι τόσο από τη λογική και την στέρεη επιχειρηματολογία, αλλά από συναισθηματικούς και παράλογους παράγοντες».

Η δύναμη της εικόνας καταβροχθίζει τον λόγο

Το πρόβλημα με το ντιμπέιτ είναι ότι όλοι θυμόμαστε πως το κέρδισε ο Κένεντι. Πολλοί θυμούνται τη φωτογένεια και το μαύρισμά του, άλλοι θυμούνται τον Νίξον να σκουπίζει με το μαντίλι τον ιδρώτα του, αλλά κανείς δεν μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του τι ειπώθηκε εκείνη τη μέρα. Οχι μόνον τώρα, μετά 50 χρόνια, αλλά... «Επειτα από μερικές ώρες κανένας δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ειπώθηκε. Μόνο πώς έμοιαζαν οι υποψήφιοι και τι ένιωθαν», έγραψε την επόμενη μέρα ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Χάλμερσταμ. Κι αυτό ισχύει για κάθε ντιμπέιτ. Ποιος θυμάται τι ειπώθηκε στο πρώτο ντιμπέιτ της χώρας μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου, Κώστα Μητσοτάκη και Χαρίλαου Φλωράκη το 1990 ή στην πρώτη συνάντηση Κ. Σημίτη - Μιλτιάδη Εβερτ το 1996; Οι περισσότεροι προσέχουν αν οι υποψήφιοι είναι μέσα στον χρόνο, παρά το τι λένε. Αν, φυσικά, μπορούν να πουν κάτι στα δύο ή στο ενάμισι λεπτό που διαθέτουν για να απαντήσουν σε πολύπλοκα θέματα. Η δύναμη της εικόνας καταβροχθίζει τον λόγο, έγραψε ο θεωρητικός των media Νιλ Πόστμαν.

Η έλευση της τηλεόρασης δημιούργησε πολλές ελπίδες για αναγέννηση της πολιτικής. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ο δρ Φρανκ Στάντον, πρόεδρος του CBS, δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του. «Ούτε ο ουρανός δεν είναι το όριο», είχε πει. «Οι άνθρωποι για μια ακόμη φορά γίνονται έθνος, όπως ήταν την εποχή που ήμασταν πολύ λίγοι για να γνωρίζει ο καθένας τον εκλεγμένο εκπρόσωπό του. Καθώς ο πληθυσμός μεγάλωνε, χάσαμε την αίσθηση της άμεσης επαφής. Τώρα η τηλεόραση επανορθώνει...».

Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν Αγκνους Κάμπελ έχει βάσιμες αντιρρήσεις. Ο πλέον αξιόπιστος δείκτης της θετικής επιρροής των Μέσων στην πολιτική διαδικασία, είναι το ενδιαφέρον των ανθρώπων να ψηφίσουν. Εδώ τα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις του Στάντον. Στη δεκαετία του ’30, τότε που διαχέεται το ραδιόφωνο στις ΗΠΑ, η συμμετοχή στις προεδρικές εκλογές αυξήθηκε κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές εκτινάχθηκε από το 33,7% στο 44,1%. Και σ’ αυτά τα επίπεδα παρέμεινε στη δεκαετία του 1950, όταν ο αριθμός των τηλεοπτικών συσκευών αυξήθηκαν από 4 εκατ. το 1950 σε 44 εκατ. το 1960, και παρά το γεγονός ότι μεταπολεμικά η Αμερική παρουσιάζει υψηλό ρυθμό ανάπτυξης και το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού ανεβαίνει ταχύτατα. Αυτό που παρατηρεί η Κάμπελ στις έρευνές της είναι ότι «οι άνθρωποι που παρακολουθούν τις εκλογικές εκστρατείες στη τηλεόραση είναι ακριβώς οι ίδιοι που διαβάζουν γι’ αυτές σε εφημερίδες και περιοδικά».

Mετά το πρώτο ντιμπέιτ ο ιστορικός Χένρι Στιλ Κομάγκερ υποστήριξε ότι σε μια τέτοια διαδικασία ούτε ο Τζορτζ Ουάσιγκτον ούτε ο Αβραάμ Λίνκολν θα πήγαιναν καλά, ενώ ο Γουόλτερ Λίπμαν προέβλεψε ότι από τούδε και στο εξής δεν θα εκλεγεί πρόεδρος αν δεν περάσει από ντιμπέιτ. Διαψεύσθηκε, διότι ο Λίντον Τζόνσον που διαδέχτηκε τον Κένεντι, δεν ενέκρινε τους νεωτερισμούς τού προκατόχου του, ενώ ο Νίξον (1968,1972) δεν το ξανατόλμησε. Η ιστορία των προεδρικών ντιμπέιτ αρχίζει ουσιαστικά το 1976 με τους Τζέραλντ Φορντ και Τζίμι Κάρτερ.

Διαβάστε

- Alan Schroeder, «The Presidential Debates: Fifty Years of High Risk TV», εκδ. Columbia University Press

- Newton N. Minow, Craig L. LaMay «Inside the Presidential Debates: Their Improbable Past and Promising Future», εκδ. University of Chicago Press

Πηγή:http://kontiloforos.blogspot.com/2010/09/o_27.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου